Κυριακή 24 Μαΐου 2015

1α. Δημήτρης Αρβανιτάκης: Ενωτιστές και Ριζοσπάστες στο Ιόνιο



Τι Hταν ο Ριζοσπαστισμός;
Τι ήταν ο Ριζοσπαστισμός; Αυτός δεν υπήρξε, όπως συνήθως υποστηρίζεται, ένα ενιαίο κόμμα ή κίνημα το οποίο «κάποια στιγμή διασπάστηκε», δεν υπήρξε ακριβώς «το πρώτο κόμμα αρχών στην Ελλάδα», ούτε ακόμα περισσότερο ένα «ενιαίο κίνημα στο εσωτερικό του οποίου διακρίνουμε τρεις τάσεις (κεντρώα, δεξιά και αριστερή)», όπως έχει επίσης προταθεί. «Ο επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864) είναι ένα κίνημα εθνικό, απελευθερωτικό και δημοκρατικό», ισχυριζόταν ο σημαντικότερος μελετητής του, ο Γιώργος Αλισανδράτος, στον οποίον οφείλουμε πολλές θεμελιακές μελέτες, καθώς και τη διαλεύκανση πολλών σχετικών ζητημάτων.
Ο ίδιος, σε άλλη του μελέτη, γράφει: «Ο επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864), στη γνησιότερη έκφρασή του, όπως δηλ. εκδηλώθηκε στην Κεφαλονιά το 1848-1849 και ύστερα στη Ζάκυνθο, ήταν κίνημα εθνικό-απελευθερωτικό και αστικό-δημοκρατικό. Απαιτούσε δηλαδή την Ένωση της Επτανήσου με την ελεύθερη Ελλάδα σύμφωνα με την πολυδύναμη αρχή των εθνοτήτων και συγχρόνως εμπνεόταν από τα δημοκρατικά ιδανικά των γαλλικών επαναστάσεων του 1789 και του 1848 (λαϊκή κυριαρχία, ισότητα, ελευθερία, αδελφότητα)». Και αλλού: το «κίνημα είχε διπλό προσανατολισμό: εθνικό και δημοκρατικό. Με το πρώτο αίτημα απαιτούσε την Ένωση με την Ελλάδα, σύμφωνα με την “αρχή των εθνοτήτων” (καρμποναρισμός), και με το δεύτερο απέβλεπε στην επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα μετά την Ένωση, σύμφωνα με τη δημοκρατική ιδεολογία των δύο γαλλικών επαναστάσεων».
Ο Αλισανδράτος γνώριζε βέβαια τις τεράστιες «εσωτερικές» διαφωνίες των Ριζοσπαστών, ο ίδιος άλλωστε δημοσίευσε τα σχετικά κείμενα, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, στο ερμηνευτικό του σχήμα επέμενε πάντα ότι μόνον «από ένα σημείο και μετά» οι «κοινωνικές ιδέες του Ριζοσπαστισμού εγκαταλείφθηκαν» κ.λπ. Ο ίδιος, νομίζω, αντιλαμβανόταν τη μεγάλη σύγκρουση, αλλά γοητευόταν και από τις δύο πλευρές: από τη μία οι θεμελιωτές, οι «αρχαϊκοί», οι «αγνοί ιδεολόγοι» (Ιωσήφ Μομφερράτος, Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, Δημήτρης Δαυής, Παναγιώτης Πανάς…) και από την άλλη ο Κωνσταντίνος Λομβάρδος και η ομάδα του, οι πραγματιστές, εκείνοι που προέταξαν το συμφέρον του έθνους, εκείνοι που υπηρέτησαν αποκλειστικά την Ένωση, την εθνική ολοκλήρωση, και στη δράση των οποίων κατά βάση οφείλεται η επιτυχία αυτού του σκοπού. Το ιδεολογικό πλαίσιο και τα προτάγματα του εικοστού αιώνα (και οι ιδεολογίες των κοινωνικών αγώνων, αλλά και η υπεράσπιση του έθνους) ενίσχυαν τη διπλή αυτή «γοητεία»: έπρεπε και να αναδειχτεί η σημασία της «αγνής ιδεολογίας» των «ακραιφνών Ριζοσπαστών» αλλά και να τονιστούν οι «εθνικοί αγώνες» του Λομβάρδου. Καμία από τις δύο πλευρές δεν έπρεπε να μείνει έξω από το εθνικό πάνθεον. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αυτό: είναι να κατανοήσουμε τις ιδέες και τη δυναμική τους. Και αυτό απαιτεί άλλες ερευνητικές προϋποθέσεις.
Αποδεσμευόμενοι από τη μόνο φαινομενικά δεσμευτική σύνδεση «Ριζοσπάστες — αίτημα για Ένωση», μπορούμε ευχερέστερα να αντιληφθούμε ότι ο Ριζοσπαστισμός δεν ήταν ενιαίος, δεν ήταν ένα «κίνημα εθνικό-απελευθερωτικό και αστικό-δημοκρατικό» μαζί. Μπορούμε να αντιληφθούμε ότι υπό τον όρο αυτόν στεγάστηκαν δύο σαφώς διακριτές ιδεολογίες, δύο διαφορετικές στρατηγικές, δύο, όπως θα υποστηρίξω στη συνέχεια, διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνική οργάνωση και το έθνος. Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι και οι δύο συμφωνούσαν πως η απελευθέρωση του Ιονίου από τη βρετανική «προστασία» και η Ένωση των νησιών με την Ελλάδα ήταν μέσα στους κατά βάση επιδιωκόμενους σκοπούς. Αλλά, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είχαν πλήρη επίγνωση ότι αυτό δεν αρκούσε για να ταυτίσει τις θέσεις τους και να γεφυρώσει τις χαοτικές τους διαφορές. Στη στιγμή της μεγάλης και δημόσιας σύγκρουσης των κύριων εκφραστών των δύο απόψεων, ο Μομφερράτος έγραφε στον Λομβάρδο: «Μέγιστον χάσμα εξ ανάγκης μεταξύ ημών […] υπάρχη, του οποίου το μέγεθος δεν δύναται να ελαττόνη η τυχαία κατά τινα άλλα ομοφωνία» (28 Ιουνίου 1858). Η «τυχαία ομοφωνία» αφορούσε τον στόχο της Ένωσης και το «μέγιστον χάσμα» το ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου καθένας κατανοούσε και τοποθετούσε την Ένωση.
Υπ’ αυτή την οπτική, είναι απαραίτητο να επισημάνουμε ότι στην περίπτωση των Ριζοσπαστών δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κόμμα με καταστατικές αρχές, περιχαρακωμένη ιδεολογία, σαφή δομή και όργανα εσωτερικής λειτουργίας, όσα γνωρίζουμε ότι είναι αυτονόητα για τη λειτουργία των κομματικών σχηματισμών. Έχει μεγάλη σημασία η παλιότερη παρατήρηση του Αντώνη Λιάκου ότι πρόκειται μάλλον για πυρήνες που λειτουργούσαν αυτόνομα και αυτοπροσδιορίζονταν, δίχως να προϋποτίθεται συμφωνία επί καταστατικών αρχών. Αυτό όχι μόνο είναι σαφέστατο για την εποχή της εμφάνισης των Ριζοσπαστών (1848-1849), αλλά και μπορεί κάλλιστα να εξηγήσει και την ευκολία με την οποία επήλθε εκείνο που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «εγκατάλειψη των πρώτων, των κοινωνικών ιδεών», την εποχή της εξορίας των Ζερβού και Μομφερράτου (1851-1857) και της επιβολής του Λομβάρδου (μετά το 1852) στον χώρο των Ριζοσπαστών. Γιατί ήταν ευκολότατη η επιβολή των αποκλειστικά εθνικών θέσεων του Λομβάρδου; Πρώτα, λόγω της ανυπαρξίας μίας ενιαίας και εξαρχής συμφωνημένης ιδεολογίας, πράγμα κατανοητό για τις τότε αντιλήψεις, και λόγω της ανυπαρξίας πολιτικής πείρας. Και ύστερα, γιατί η απολυτοποιημένη ιδεολογία του Λομβάρδου (Ριζοσπαστισμός = Ένωση) βρισκόταν σε εμφανέστερη συμφωνία με την κυρίαρχη τάση της εποχής, την τάση δηλαδή που υπαγόρευε την επιδίωξη της εθνικής ολοκλήρωσης μέσα από μετριοπαθείς ή συντηρητικές πολιτικές και διπλωματικές λύσεις.

Η σύγκρουση και η ρήξη
Ο Λομβάρδος, όταν πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής στη Ι΄ Ιόνιο Βουλή (φθινόπωρο του 1852), ως ικανότατος και ρεαλιστής πολιτικός που ήταν, όχι μόνον δεν προβληματίστηκε, λόγω της πλήρους ιδεολογικής του διαφωνίας με τον Μομφερράτο και τον Ζερβό, για την υιοθέτηση του όρου «Ριζοσπάστης», αλλά μάλλον τον αποδέχτηκε ασμένως, λόγω του προϋπάρχοντος εθνικού πυρετού, επιδιώκοντας εξαρχής να καρπωθεί το διαμορφωμένο κλίμα από τις διακηρύξεις, τους αγώνες και τους διωγμούς των πρώτων Ριζοσπαστών, περιθωριοποιώντας σταδιακά τον Μομφερράτο και εγκαταλείποντας πλήρως την ιδεολογία εκείνου. Όταν ο Μομφερράτος και ο Ζερβός επέστρεψαν από την εξορία (1857) και ήρθε η ώρα της σύγκρουσης με τον Λομβάρδο, ο τελευταίος είχε ήδη γίνει πανίσχυρος. Η σταδιακή σύγκρουση του Λομβάρδου, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1858, αλλά και την επόμενη χρονιά, αρχικά με τους ζακυνθινούς Ριζοσπάστες Δημήτριο Καλλίνικο και Γεώργιο Βερύκιο και στη συνέχεια με τον ίδιο τον Μομφερράτο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνειών. Ο Λομβάρδος κατηγορούσε τους αντιπάλους του για «κομμουνισμό» και ανατρεπτικές κοινωνικές ιδέες, οι οποίες θα μπορούσαν να εξοργίσουν τους «βασιλείς της Ευρώπης» και να υποσκάψουν την πορεία προς την Ένωση, διακηρύσσοντας μαζί ότι ο Ριζοσπαστισμός ουδέποτε είχε κοινωνική χροιά. Λοιπόν, αποφάσιζε να καθαρίσει το πεδίο από τις ιδεολογίες και τις στρατηγικές που θεωρούσε ότι αντιστρατεύονταν ή δυσχέραιναν τον εθνικό σκοπό: «Πότε, φίλτατε Ιωσήφ, ο λαός της Επτανήσου συνεταύτισε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της Δημοκρατίας εις το πολίτευμα, και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν; Και ο Επτανήσιος και ο Μακεδών και ο Θεσσαλός και ο Κρης και όλον εν γένει το έθνος ουχί δι’ άλλο αγωνίζεται, ειμή δια να φθάση να ίδη τον πολιτικόν ένα και μόνον αρχηγόν του, από της πρωτευούσης των Κωνσταντίνων το έθνος κυβερνώντα και τον Αρχηγόν της Εκκλησίας του από τον άμβωνα της Αγίας Σοφίας την Ανατολήν ευλογούντα» (28 Ιουλίου 1858). Και ακόμα: «… η Αναγέννησις [η εφημερίδα του Μομφερράτου] κηρύττει άνευ δισταγμού ενώπιον της Επτανήσου και του έθνους ότι Ριζοσπαστισμός είναι ταυτόσημος με το δημοκρατικομμουνισμός. […] Αν τινές […], δύο ή τρεις εν Κεφαλληνία σοσιαλισταί ή κομμουνισταί αποκαλούνται Ριζοσπάσται, δεν έπεται εκ τούτου ότι όσοι αποκαλούνται Ριζοσπάσται είναι δια τούτο σοσιαλισταί ή κομμουνισταί». Για τον Λομβάρδο, ο Μομφεράτος και οι συν αυτώ ζητούσαν «εθνικήν ενταυτώ και δημοκρατικήν αποκατάστασιν, πολιτικήν συνάμα και κοινωνικήν ανάπλασιν», ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι «εις την τωρινήν θέσιν των ανατολικών πραγμάτων τοιαύται προσπάθειαι είναι λίαν επιζήμιοι εις τα εθνικά συμφέροντα» (5 Ιουνίου 1859). Συμφωνώντας με τον τελευταίο, η κερκυραϊκή εφημερίδα Νέα εποχή του Στέφανου Παδοβά (Απρίλιος 1858) έθετε πιο ρητά το ζήτημα: «Δεν είναι της παρούσης εποχής να υβρίζωμεν τους δυνατούς και να συζητήσωμεν περί εγκαθιδρύσεως κοινωνικής δημοκρατίας» και δίχως να μασάει τα λόγια της εχαρακτήριζε τους οπαδούς του Μομφερράτου «εθνοκατάρατους και επικατάρατους»!
Πού έγκειται, λοιπόν, η σύγκρουση, ποια είναι η αιτία της πλήρους διαφωνίας; Σύμφωνα με τον Μομφερράτο, η λύση του εθνικού ζητήματος (και εντός αυτής, η Ένωση των νησιών με την Ελλάδα) δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά, μαζί με την εθνική αποκατάσταση και των άλλων λαών, ήταν μόνον ένα βήμα στη μεγάλη πορεία της Ευρώπης και της ανθρωπότητας. Η εφημερίδα του, η Αναγέννηση (9 Απριλίου 1849), επικροτούσε τα συνθήματα που αναρτήθηκαν στο «Δημοτικό Κατάστημα Αργοστολίου» για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου της χρονιάς εκείνης: «Εθνική ανεξαρτησία – Ζήτω η απελευθέρωσις των λαών» και «Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης –  Ζήτω η Παγκόσμιος Δημοκρατία». Υπαινίχθηκα πριν ότι η ιδεολογία του Μομφερράτου προϋπέθετε μία εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη φύση και την αποστολή του έθνους (όχι μόνον του ελληνικού). Ενώ, δηλαδή, για τους συντηρητικούς θιασώτες του έθνους, όπως ο Λομβάρδος, ο τελικός στόχος των λαών ήταν η εθνική ολοκλήρωση (στην ελληνική εκδοχή αυτό σήμαινε και την υποστήριξη της Μεγάλης Ιδέας), για τον Μομφερράτο και τον μεγάλο δάσκαλό του, τον Τζουζέππε Ματσίνι, η εθνική ολοκλήρωση του κάθε λαού ήταν απλώς ένα βήμα προς τη μεγάλη «ομοσπονδιακή Ευρώπη των εθνών» και την «παγκόσμια δημοκρατία». Ο Ματσίνι και ο κεφαλονίτης ακόλουθός του θεωρούσαν την αποτίναξη των τυραννικών δεσμών, την απελευθέρωση των εθνών και τη δημιουργία των εθνικών κρατών ως ένα ενδιάμεσο στάδιο για τη διαπαιδαγώγηση της ρεπουμπλικανικής και επαναστατικής συνείδησης των λαών, οι οποίοι θα οδηγούνταν κατόπιν στη δημιουργία της «Ευρώπης των εθνών». Εξ ου και η υπεράσπιση της δημοκρατικών αρχών, η πολεμική κατά των θρόνων και των βασιλιάδων, εξ ου και, για την περίπτωση του Μομφερράτου, η πολεμική ενάντια στον Όθωνα και ο διηνεκής αγώνας του υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.
Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι συγκρούστηκαν ακριβώς γι’ αυτό, τον Μάιο του 1859. Ο μεν Μομφερράτος για να υποστηρίξει ότι οι Ριζοσπάστες «ουδέ τας υπό του Ματσίνη κηρυττομένας ιδέας, […] ενόμισαν ποτέ διαφόρους των ιδικών των…» και ότι «τοιούτον χαρακτήρα έχων και τοιαύτην πορείαν ακολουθών ο Ριζοσπαστισμός, δεν ηδύνατο, ουδέ άλλως δύναται, ειμή εξ ανάγκης να συμβαδίζη με τον ευρωπαϊκόν και καθόλου Ριζοσπαστισμόν, τον αποβλέποντα εις την εκρίζωσιν πάσης τυραννίας, και εις την πολιτικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν των λαών˙ επομένως και με τα κηρύγματα των απανταχού προμάχων και μαρτύρων της ελευθερίας και του δικαίου»˙ ο δε Λομβάρδος για να επαναλάβει ότι αν το θέμα του Ιονίου απέκτησε συμπάθειες στην Ευρώπη, αυτό έγινε «καθότι εθεωρήθη, ως πραγματικώς είναι, ομόθυμος πολιτική ιδέα ολοκλήρου της κοινωνίας, και ουχί ιδέα κόμματος και δη κόμματος Ματσινιανού…». Πλήρης διαφωνία.

Δημήτρης Αρβανιτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.