Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στον Αγκώνα της Κεφαλλονιάς από
τον νομομαθή Ανδρέα και την Ρεγγίνα,
κόρη του νομικού Παύλου Χωραφά, τη χρονιά που ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, και
συγκεκριμένα στις 3 Μαΐου 1789. Σπούδασε νομικά στην Παβία και στην Μπολώνια, συνεδέθη
φιλικά με τον Ανδρέα Ζαΐμη, έγινε μέλος του Εθνικού Κομιτάτου της Βενετίας και
μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Επέστρεψε στην Κεφαλλονιά το 1819.
Τα πλούσια σπίτια της οικογένειάς του σε Αγκώνα και Αργοστόλι έγιναν καταφύγιο οπλαρχηγών, πολιτικών, φιλελλήνων και οι Λειβαδά διέθεσαν μεγάλα ποσά για συντήρηση προσφύγων, για πολεμοφόδια για τον αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο νεαρός Γεράσιμος, μπολιασμένος από τις επαναστατικές ιδέες και τον διαφωτισμό, εργαζόταν, συζητούσε, έγραφε θερμά κείμενα, προέτρεπε συμπολίτες του υπέρ του εθνικού καθήκοντος ως απόστολος του ελληνικού έθνους και συγκρότησε πολιτικούς συλλόγους.
Τα πλούσια σπίτια της οικογένειάς του σε Αγκώνα και Αργοστόλι έγιναν καταφύγιο οπλαρχηγών, πολιτικών, φιλελλήνων και οι Λειβαδά διέθεσαν μεγάλα ποσά για συντήρηση προσφύγων, για πολεμοφόδια για τον αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο νεαρός Γεράσιμος, μπολιασμένος από τις επαναστατικές ιδέες και τον διαφωτισμό, εργαζόταν, συζητούσε, έγραφε θερμά κείμενα, προέτρεπε συμπολίτες του υπέρ του εθνικού καθήκοντος ως απόστολος του ελληνικού έθνους και συγκρότησε πολιτικούς συλλόγους.
Το 1820 παντρεύτηκε την Άννα, κόρη του
κυβερνητικού Σπυρίδωνα Μεταξά Αντζουλακάτου. Η Άννα απεδείχθη άξια συνεργάτης
του πρωτοριζοσπάστη, ορθώνοντας τα σταθερά φιλελεύθερα φρονήματά της ενάντια
και στην οικογένειά της ακόμα. Το 1823 ο Byron κατά το ταξίδι του στην
Κεφαλλονιά γνώρισε το ζεύγος Λειβαδά και μάλιστα με την Άννα ανέπτυξε
αλληλογραφία όπου καλλιεργείται η ιδέα του Φιλελληνισμού. Από τον γάμο τους
απέκτησαν τέσσαρους γιούς: τον Θρασύβουλο, τον Ανδρέα, τον Όθωνα και τον
Παναγιώτη, οι οποίοι μπολιάστηκαν κι ακολούθησαν την ίδια επαναστατική πορεία με
τον πατέρα τους, και τρεις κόρες, με γνωστή την Αγγελική.
Μετά το τέλος της Επανάστασης ο Λειβαδάς
άνοιξε πρώτος τον αγώνα στα Επτάνησα εναντίον της Αγγλοκρατίας – για αυτό
αποκαλείται Πατέρας του Ριζοσπαστισμού και Πρωτοριζοσπάστης – και, από το 1830,
στηλίτευε με την πύρινη πέννα του δημοσίως τις παραβάσεις των συνθηκών, τις
αυθαιρεσίες, τις βιαιότητες της «Προστασίας».
Γέννηση Ριζοσπαστισμού – Διωγμοί και
φυλακίσεις
Το 1830 συνελήφθη και προφυλακίσθηκε για
9 μήνες «επί εσχάτη προδοσία» με την υπόνοια ότι συμμετείχε σε ανώνυμες σάτιρες
που τοιχοκολλήθηκαν στο Αργοστόλι. Μεταφέρθηκε
σιδεροδέσμιος στην Κέρκυρα και τον έκλεισαν στα μπουντρούμια σε αυστηρή
απομόνωση και απαγόρευση αλληλογραφίας. Το σπίτι του παρέμεινε επιτηρούμενο νυχθημερόν.
Τελικά, παρουσιάστηκε ο ένοχος κι έτσι αφέθη ελεύθερος.
Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1833 βρέθηκε
ξανά στη φυλακή, πρώτα στην Κεφαλλονιά και μετά στην Κέρκυρα. Ο φιλοδίκαιος
δικαστής Patric, με την από 17 Αυγούστου 1833 απόφασή του, τον
απελευθέρωσε.
Ο Λειβαδάς, βλέποντας να καταρρακώνονται
από τους «προστάτες» τα φυσικά και αναπαλλοτρίωτα ανθρώπινα δικαιώματα τού
μορφωμένου επτανησιακού λαού, υπέβαλε συνεχή υπομνήματα προς το αγγλικό Κοινοβούλιο
και το Υπουργείο Εξωτερικών, γραμμένα με θάρρος έκφρασης, λογική και μέτρο. Ένα
από αυτά, το οποίο σημειωτέον, έφερε υπογραφές 5.000 συμπολιτών του, εξόργισε
τον Αρμοστή Douglas που διέταξε και πάλι τη φυλάκισή του στις στρατιωτικές
φυλακές στο νησί Βίδο. Η Άννα στεκόταν, από μακριά, πάντα στο πλευρό του
εξόριστου. Οι επιστολές της είναι δείγματα ανδρείας, αξιοπρέπειας,
αγωνιστικότητας και υψηλού ήθους: «Η εξορία σου είναι ο αργαλειός της σημαίας
της Λευτεριάς μας… τι αξίζει μια ζωή εμπρός στο Ιδανικό… το αίμα που βγάζεις
γράφει την ιστορία της Λευτεριάς μας… Πρόσεξε, αν καμφθής, θα αυτοκτονήσω»! Από
την απάνθρωπη φυλακή τον γλύτωσε ο επόμενος Αρμοστής, ο φιλάνθρωπος Mackenzie.
Το 1846, ο Λειβαδάς ξαναφυλακίσθηκε και του
αφαίρεσαν την άδεια του δικηγορείν. Κατηγορήθηκε ως υβριστής της Αρχής κι έμεινε
φυλακισμένος στο Κάστρο Αγίου Γεωργίου.
Οι συχνές φυλακίσεις, οι χρηματικές
ποινές που του επιβλήθηκαν, η αδυναμία να συνεχίσει το επάγγελμά του, αλλά και
η ίδια διαδρομή που ακολούθησαν πατώντας ακριβώς στα βήματά του οι γιοί του,
εξαθλίωσαν οικονομικά την οικογένεια που γρήγορα έπεσε στην ανάγκη αισχροκερδών
δανειστών και τοκογλύφων. Παρόλα αυτά ο Γεράσιμος ουδέποτε συμβιβάστηκε κι
ουδέποτε μετάνιωσε.
Στα ταραγμένα γεγονότα του Επιταφίου, Απρίλιος
1848, Άγγλοι στρατιώτες διέρρηξαν ληστρικά το σπίτι του, και πήραν τους γιούς
του σιδηροδέσμιους. Στα γεγονότα του Σεπτέμβρη ο Γεράσιμος συλλαμβάνεται,
προφυλακίζεται για τέσσαρους μήνες και τελικά ο έντιμος ανακριτής κατάλαβε τις
διαβολές και διέταξε την αθώωσή του.
Οι συχνές διώξεις και οι καταδίκες
ενέτειναν το πατριωτικό αίσθημα και το μίσος ενάντια στην Προστασία και στους
υπηρέτες της. Το 1849 με αστυνομική απόφαση συνελήφθη κι εξορίσθηκε μαζί με τον
Ζερβό Ιακωβάτο στους Παξούς για οκτώ μήνες. Από εκεί στέλνουν υπόμνημα με
ημερομηνία 2 Απριλίου 1849 προς την Η΄ Ιόνιο Βουλή, όπου ρίχνουν το βάρος στην
κυβέρνηση για τα συμβάντα στην Κεφαλλονιά και διαμαρτύρονται για την άδικη
εξορία τους.
Ο επόμενος ΑρμοστήςWard τους απελευθερώνει
στις 30.7.1849, αφού συμπλήρωσαν πέντε μήνες και αφού διέταξε τη στενή
παρακολούθησή τους. Στα γεγονότα της Σκάλας ο παπα-Νοδάρος ενοχοποίησε στην
απολογία του τον Γεράσιμο και τον Ζερβό Ιακωβάτο, παρόλο που παραδέχτηκε ότι «τα
άκουσε από άλλους».
Συμμετοχή σε εκλογικές διαδικασίες - Εθνική
πορεία
Στις εκλογές της Θ΄ Ιονίου Βουλής ο
Λειβαδάς εκλέγεται πρώτος από τους έντεκα ομοϊδεάτες του και συνυπογράφουν το
πρώτο ψήφισμα για την Ένωση (26 Νοεμβρίου 1850). «…Η ομόθυμος στερεά και
αμετάτρεπτος θέλησις του Επτανησιακού λαού είναι η ανάκτησις της ανεξαρτησίας
του και η Ένωσις αυτού με το λοιπόν έθνος του, την απηλευθερωμένην Ελλάδα…». Από
την αρχή τής ανάγνωσής του διεκόπη η συνεδρίαση, ακολούθησε η διάλυσή της και η
προκήρυξη εκλογών για το Ι΄ Κοινοβούλιο όπου αποκλείσθηκαν οι Ριζοσπάστες και
διαγράφηκαν από τον εκλογικό κατάλογο οι φιλελεύθεροι.
Παρόλο που ο Λειβαδάς είναι πλέον απόλυτα
φτωχός, εντούτοις συγκεντρώνει δίπλα του τους οπαδούς «της Ενώσεως ως φυσικό, αναπαλλοτρίωτο και αναφαίρετο
δικαίωμα του Επτανησιακού Λαού». Στις 23 Απριλίου 1851 συνελήφθη ο Θρασύβουλος
γιατί έψαλλε εθνικά τραγούδια και ύψωσε εθνικές σημαίες. Δικάστηκε στις 14
Νοεμβρίου και καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση, όμως στις 21 Νοεμβρίου το
δεσμωτήριο γέμισε από πολίτες που αποδοκίμασαν το άδικο.
Στις 17 Ιουλίου 1852 ο Γεράσιμος
διαβίβασε το περίφημο Υπόμνημα προς το Αγγλικό Κοινοβούλιο όπου ξεδιπλώνονται
όλες οι συνταγματικές παραβάσεις, οι άδικες διώξεις, και οι πανουργίες με
αφορμή τις εκλογές στα Ιόνια. Υπερασπίστηκε την ιδέα της ελληνικής εθνικότητας
και του ελληνικού εθνισμού των Επτανησίων και ζήτησε την επίσημη αναγνώριση των
Ιονίων από τον ξένο κυρίαρχο. Η οικογένεια της συζύγου του, αλλά και συγγενείς
των Μεταξά Αντζουλακάτων, πρότειναν στην Άννα αξιώματα και πλούτο, για να
εγκαταλείψει ο σύζυγός της τον αγώνα. Αυτή όμως υπερήφανα απέκρουε κάθε είδους
δωροδοκία.
Στο Λονδίνο, ο Palmerston συναντήθηκε με
τον αδελφό της Άννας, Βαπτιστή Μεταξά, και του ανακοίνωσε ότι το Βρετανικό
Στέμμα αναλαμβάνει να παύσει κάθε καταδίωξη εναντίον του Γεράσιμου Λειβαδά και
της οικογένειάς του, να του αποδοθεί όλη η κατασχεθείσα περιουσία του και να
του πληρώνεται μεγάλη μηνιαία αποζημίωση εφ’ όρου ζωής, αρκεί ο Λειβαδάς να
παραιτηθεί τελείως από τον αγώνα για Ένωση και να σταματήσει να δημοσιεύει
άρθρα εναντίον της Αγγλίας. Ο Λειβαδάς του απάντησε: «Αφήστε με ήσυχο. Θα παύσω
τον αγώνα μου μόνον μετά την Ένωσιν».
Συνέχιση διωγμών
Ο Αρμοστής Ward, όταν πληροφορήθηκε το
Υπόμνημα του 1852, έπνεε μένεα κατά του Λειβαδά, στόχευσε στην παντελή εξόντωσή
του. Το υπόμνημα το θεώρησε ως «επίβουλον, αυθάδες, αντισυνταγματικώς
υποβληθέν, και ως σύνθημα συνωμοσίας προς ανατροπήν των καθεστώτων» και του γνωστοποίησε στις 30 Μαρτίου 1853 ότι
θα τον θεωρήσει – μαζί με τον γιό του Θρασύβουλο και τον Βασίλειο Πανά Δοναδάτο
– «υπεύθυνον δια παν ό,τι συμβή βίαιον κατά της Κυβερνήσεως εν τη νήσω». Καθώς
μάλιστα το 1854 εξερράγη επανάσταση στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία κατά των
Οθωμανών, ο Ward, νομίζοντας πως θα βοηθούσε ο Γεράσιμος παντοιοτρόπως, του
γνωστοποίησε την απειλή «ότι άμα ως διαπραχθή η ελαχίστη κατά των Τούρκων
βιαιοπραγία, θα φυλακισθή εκείνος και θα εξορισθή εις Αντικύθηρα, μένων εκεί
εφ’ όσον ο Ουάρδος διατελεί αρμοστής».
Ο Λειβαδάς, βλέποντας πως δεν θα γλύτωνε
επόμενη εξορία, αποφάσισε να πάει στην Αθήνα για να δημοσιεύσει διαμαρτυρία
κατά της Προστασίας. Τότε συλλαμβάνονται και φυλακίζονται οι δυο γιοι του
Θρασύβουλος και Όθων. Ο πατέρας όμως δεν υποχωρεί, αλλά συνεχώς βομβαρδίζει την
Προστασία με πύρινα κείμενα εναντίον της, η δε μητέρα για να παράσχει τα
αναγκαία στους γιούς της αναγκάζεται να εκποιήσει τα υπόλοιπα πολύτιμα
αντικείμενα που είχε. Ο Θρασύβουλος εξορίζεται στα Αντικύθηρα για οκτώ μήνες, ο
δε Όθων φυλακίσθηκε και υποβλήθηκε σε αυστηρές ανακρίσεις.
Μέλος ο Γεράσιμος της ΙΑ΄ Ιονίου Βουλής
αρνείται το 1857 τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις του Gladstone. Συνεχίζει να τις
αρνείται και στο ΙΒ΄ Κοινοβούλιο. Στη Βουλή αυτή διχάστηκαν στα περί του
ενωτικού θέματος, κι ο πολιτικός αυτός διχασμός
φάνηκε πλέον καθαρά στο επόμενο Κοινοβούλιο, όταν υπεγράφη η Ένωση.
Ανέλαβε χρέη προσωρινού Προέδρου και μόλις κατέλαβε την έδρα έκανε σημαντικότατη
δήλωση ανακεφαλαιώνοντας την πολιτική του ομολογία και το σύστημα των πολιτικών
του αρχών: «…επί τέλους δεν θέλω λείψη
επί του οικοδομήματος τούτου να εξακολουθήσω παντοίαις δυνάμεσι την εθνικήν μου
και ριζοσπαστικήν μου πορείαν, προς ταχείαν πραγματοποίησιν της Ελευθερίας
ημών».
Εν
μέσω της πολιτικής του δράσης, ο Γεράσιμος το 1859 εκλέχθηκε παμψηφεί επίτιμος
πρόεδρος στο Institut d’ Afrique και του
απεστάλη Μετάλλιο και δίπλωμα τιμητικό σε μεμβράνη. Η τιμητική αυτή διάκριση
ήλθε ως αποτέλεσμα της δήλωσης που έκανε ως πρόεδρος της Βουλής, και των
πύρινων άρθρων του τα οποία δημοσιεύονταν και σε εφημερίδες πολλών κρατών της
Ευρώπης. Ένα από τα ωραιότερα άρθρα του ήταν το «Διαίρει και Βασίλευε» που το
αφιέρωσε στην Αγγλία.
Στο τελευταίο Ιόνιο Κοινοβούλιο, το ΙΓ΄,
εξελέγη και πάλι βουλευτής και στην Β΄ Εθνική Συνέλευση στην Αθήνα εξελέγη
πληρεξούσιος Κεφαλληνίας. Τότε υπεγράφη η Ένωση κι αρχίζει να γίνεται ξεκάθαρη
η διαφορά Ριζοσπαστών, Μεταρρυθμιστών και Ενωτιστών.
Το Ριζοσπαστικό κίνημα εξήλθε, όπως ο Η.
Ζερβός Ιακωβάτος σημειώνει, «εκ των σπλάγχνων του λαού και έχον τα φρονήματα,
τας ανάγκας και τας δοξασίας αυτού… ήτο κάτι τι πλέον υψηλόν, πλέον ισχυρόν,
πλέον απόρθητον. Ήτο λαός, ηθική δύναμις, ήτο κοινή γνώμη».
Οι Μεταρρυθμιστές εξαρτούσαν την Ένωση
από τις Μεγάλες Δυνάμεις και τις συγκυρίες και πρότειναν μεταρρυθμίσεις τις
οποίες οι Ριζοσπάστες έκριναν ως συμβιβασμό και συνθηκολόγηση. Οι δε Ενωτιστές
επεδίωκαν την Ένωση με ικεσίες προς την βασίλισσα.
Ως εκ τούτου, οι εθνικοί στόχοι που
οραματίστηκαν και για τους οποίους έκαναν τόσους αγώνες οι Ριζοσπάστες δεν
στέφθηκαν με την επιτυχία που οι ίδιοι περίμεναν, γεγονός που φάνηκε σχεδόν
δώδεκα χρόνια μετά την Ένωση όταν ξένες δυνάμεις διαχειρίζονταν την ελληνική
πολιτική σκηνή που έβριθε από συγκρούσεις μεταξύ ντόπιων υποστηρικτών
διαφορετικών πολιτικών ιδεών και κομμάτων, όταν η πολιτική ζωή και οι αρχές
είχαν εξαθλιωθεί και που είχε αρχίσει να φαίνεται η άλλη όψη, η αρνητική. Τότε
όμως ο Λειβαδάς δεν ζούσε.
Μετά την Ένωση – «Το ανάλγητονελληνικόν κράτος» απέναντι στους
Ριζοσπάστες
Ο Γεράσιμος στην Α΄ βουλευτική περίοδο
(14 Μαΐου 1865) εξελέγη βουλευτής της Επαρχίας Πάλλης και το 1866 υπέβαλε, μαζί
με τους αδελφούς Γεώργ. και Χαρ. Ιακωβάτο, υπόμνημα πατριωτικότατο προς το
Υπουργείο. Ο βουλευτής Κυρ. Α. Κουμουνδούρος, γνωρίζοντας το έντιμο, μαχητικό, κι
ακλόνητο του χαρακτήρα του αγνού αγωνιστή Λειβαδά, πρότεινε την εισαγωγή
νομοσχεδίου περί απονομής αναλόγου συντάξεως από το δημόσιο ταμείο. Μετά από
τέσσερα χρόνια η πρόταση αυτή έφερε αποτέλεσμα να χορηγούνται στους Ριζοσπάστες
χαμηλότατα επιδόματα. Στον Λειβαδά δόθηκε για πέντε μόνον μήνες το ευτελές ποσό
των 200 δρχ. Ο γιός του αλλά και συγκαιρινοί ιστοριογράφοι τονίζουν την
«φρικώδη ολιγωρία προς αυτόν και την οικογένειάν του εκ μέρους των ελληνικών
κυβερνήσεων και την αναλγησία των εκάστοτε εκ των συμπολιτών του βουλευτών
οίτινες ώφειλον να μεριμνήσωσιν πρωτίστως περί των αληθών συμφερόντων και των
υποχρεώσεων της πολιτείας και κοινωνίας».
Στις 22 Φεβρουαρίου 1867, η σύζυγός του
Άννα απέστειλε επιστολή προς τον Πρωθυπουργό σημειώνοντας «… το πικρόν ποτήριον
φυλακίσεων και εξοριών του ανδρός μου, τας καταδιώξεις των υιών μου, τους
τρόμους των θυγατέρων μου και την παντελή καταστροφήν της πλουσίας περιουσίας
μου χάριν της πραγματοποιηθείσης ενώσεως. … Έκτοτε παρήγορονείχαμεν την
πρότασίν σας… επικαλουμένη την όσον το τάχιον αποπεράτωσιν της μνησθείσης
συντάξεως…». Χωρίς φυσικά κανένα
αποτέλεσμα.
Ο Λειβαδάς κατέφυγε ζητώντας δικαιοσύνη
στον βασιλιά με αναφορά του στις 20 Ιουνίου 1868 όπου εξέθεσε την άδικη
εγκατάλειψή του και την αιτία της οδυνηρής θέσης στην οποία είχε περιέλθει
αυτός και η οικογένειά του. «Ο αγών εις ον εξετέθην κατά της Αγγλοϊόνιας Προστασίας
δεν ήτο πενταετής, ούτε δεκαετής, αλλά κινδύνων μεστός διήρκεσεν επί έτη 40 από
της ακμαιοτέραςνεότητος μέχρι του γήρατός μου…».
Η Α΄ Βουλευτική περίοδος μετά την Ένωση
ήταν το κύκνειο άσμα στην πολιτική σκηνή του Λειβαδά. Στα 80 του απομακρύνθηκε
από την ενεργό πολιτική. Απογοητεύθηκε όμως από την αρχή. Θεωρούσε την Ένωση «ως
είσοδον εις ευρύτερον στάδιον, μάλλον επίμοχθον και ακανθώδες, όπερ επιτακτικώς
διανοίγει η πατριωτική ιδέα εις παν τμήμα του έθνους… Αλλά την χαράν αυτού και
τας ελπίδας διεδέχετο βαρυθυμία και απογοήτευσις ένεκα της αθλίας καταστάσεως
των ελληνικών πραγμάτων», ενώ η ελληνική γη ήταν «…εν ονόματι μόνον ελευθέρα,
αλλ’ υπό ξένην κυριαρχίαν».
Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό το αγωνιστικό
ηθικό όλων των γιών του Γεράσιμου και της Άννας. Πέρα από τους διωγμούς που
υπέστησαν και την άκαμπτη θέλησή τους σημειώνουν: «Έχομεν το ολέθριον ατύχημα
να μη δυνάμεθα να κολακεύσωμεν τους έχοντας επιρροήν και αξιώματα, διότι
εκληρονομήσαμεν ανεξαρτησίαν και παρρησίαν φρονήματος, ασυμβίβαστον προς
επίτευξιν της προστασίας μικροσκοπικών και ιδιοτελών κομματαρχών».
Οι διωγμοί όμως δεν σταματούν και μετά
την πολυπόθητη Ένωση, καθώς στην πολιτική κονίστρα άρχισε να σχηματοποιείται ο
δικομματισμός, θύμα του οποίου ήταν ο γιός Όθωνας.
Το τέλος του Γ. Λειβαδά και η είσοδός
του στην Ιστορία
Καταπονημένος από τις κακουχίες, τις
απανωτές δημεύσεις και κατασχέσεις περιουσιακών του στοιχείων, τις εξορίες, τις
μαστιγώσεις, τις φυλακίσεις, την απαγόρευση εξάσκησης του επαγγέλματός του, την
τραγική του αρρώστια και τους κατατρεγμούς και «εν πενία και στερήσει» το
απόγευμα της 27ης Ιουνίου 1876 πέρασε το κατώφλι της Ιστορίας «ο
εγκαταλελειμμένος ήρως του μεγάλου αγώνος θύμα της πείνης και των κακουχιών».
Στην τότε μητρόπολη Αργοστολίου, στον Σωτήρα, με λαϊκές τιμές και ενδείξεις
σεβασμού, εψάλλη την επομένη η νεκρώσιμος ακολουθία τη παρουσία περισσοτέρων
από 3.000 Κεφαλλήνων και με τις δυο φιλαρμονικές, Αργοστολίου και Ληξουρίου.
Τον νεκρό περιετύλιξαν με εθνική σημαία, ενώ τις ταινίες του μεγαλοπρεπούς
φερέτρου κρατούσαν ο Ι. Μομφεράτος, οι αδελφοί Ιακωβάτου και άλλοι Ριζοσπάστες.
Ακούστηκαν επικήδειοι από τους δικηγόρους Γ. Μουσούρη και Δ. Σπινέλλη οι οποίοι
έκαναν λόγο για την εν Ελλάδι κατάσταση. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον
επικήδειο του Μουσούρη καθώς τόνισε πως τρεις μέρες πριν τον είχε δει «βαρείας
δε εκφέροντα αράς κατά των πολιτικών της Ελλάδος, των μόνων αιτίων της οικτράς
ταύτης του Έθνους καταστάσεως» κι επιτάφιο ανέγνωσε ο Χαραλάμπης Άννινος.
Η κυβέρνηση, ενώ για χρόνια στάθηκε
αγνώμων, με καθυστέρηση μεγάλη αναγνώρισε την μεγάλη προσφορά του
πρωτοριζοσπάστη και πατέρα της Ένωσης και διέταξε την κηδεία του δημοσία
δαπάνη. Μετά τον θάνατό του το ελληνικό κράτος έδωσε στις κόρες του Γ. Λειβαδά
την ευτελή σύνταξη των 150 δρχ.
Το 1884 ο Δήμος Κρανίων ανήγειρε λίθινο
μνημείο στον τάφο του Γ. Λειβαδά στο κοιμητήριο Δραπάνου, δίπλα στην αγαπημένη
του συντρόφισσα, εξίσου μαχητική και αταλάντευτη στις αρχές της, Άννα Μεταξά
που έφυγε λίγους μήνες πριν από αυτόν.
Ο Γεράσιμος Λειβαδάς γεννήθηκε σε
οικογένεια φιλελεύθερη, μορφώθηκε, γέννησε τον Ριζοσπαστισμό, πάλεψε αταλάντευτα
όσοι ελάχιστοι για τις αρχές του, θυσιάζοντας όλη την περιουσία του κι αυτήν
ακόμα την οικογενειακή του ευτυχία, και πέθανε ανόθευτος Ριζοσπάστης. Μπήκε
στον αγώνα πολύ πλούσιος και εξήλθε πάμφτωχος. Δεν προσδοκούσε καμμιά
ικανοποίηση. Μόνος του ιδεολογικός στόχος η Εθνική Ένωση. Στρατεύθηκε από τα
νιάτα του σε αυτόν και θυσίασε και την υγεία του ακόμη. Το βιογραφικό του
Λειβαδά βρίθει ανιδιοτελών αγώνων, επαναστάσεων, διακηρύξεων, μανιφέστων,
πολιτικών επιστολών ενάντια στην ξενοδουλεία, όταν σαν έννοιες όλα αυτά δεν
είχαν καλά-καλά συλληφθεί από μεγάλη μερίδα ομοϊδεατών ακολούθων του. Αυτός
τους δίδαξε. Αυτός τους μπόλιασε με την ιδέα της απελευθέρωσης, της
αποκατάστασης και της συνένωσης ως ιερής, εθνικής υποχρέωσης της Επτανήσου με
τη μητέρα πατρίδα.
Ευρυδίκη Λειβαδά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.