Κυριακή 24 Μαΐου 2015

1β. Φώντας Βλάχος: Ριζοσπάστες, Μεταρρυθμιστές, Ενωτικοί



     O Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός στην αρχική του, καθαρή, μορφή απηχούσε κατά κύριο λόγο τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και του Ιταλού πολιτικού και επαναστάτη Tζουζέπε Ματσίνι. Ζητούσε την εθνική αποκατάσταση των Ιονίων και του Ελληνικού έθνους, τη δημοκρατική ισότητα ως απαραίτητη για ένα απόλυτα δημοκρατικό κράτος, την εγκαθίδρυση ρεπουμπλικανικού πολιτεύματος και του κοσμικού κράτους, και τέλος (αόριστα είναι αλήθεια) την εφαρμογή της «κοινωνικής δικαιοσύνης».
Προφανώς οι ιδέες αυτές κυκλοφορούσαν από δεκαετίες στα Ιόνια Νησιά και αναζωογονήθηκαν μετά το Ευρωπαϊκό 1848. Δεν υπήρξαν όμως μόνες τους στα Επτάνησα. Θα συναντήσουμε και άλλες ιδέες, απόλυτα αντίθετες, όπως αυτές του κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού (απέναντι φυσικά στην παρακμή της νεωτερικότητας), καθώς και απλώς ανταγωνιστικές, όπως είναι η  μοναδικότητα του Ελληνικού έθνους, η σημασία του θείου παράγοντα και της Ορθοδοξίας, του μοναρχισμού ως απαραίτητου θεσμού/συμβόλου της ουσίας του έθνους, η κοινωνική ισορροπία (με ευνοούμενους τους κατέχοντες), το «ιερόν της ιδιοκτησίας δικαίωμα» κ.ά.. Έτσι, με εξαίρεση τον Ιωσήφ Μομφεράτο και κάποιους λιγότερο γνωστούς Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς Ριζοσπάστες, που ήταν φορείς του «καθαρού» Ριζοσπαστισμού, στα στελέχη και τους οπαδούς του κόμματος επέδρασαν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό κάποιες από τις τελευταίες αυτές ιδέες, ενώ εμπλέχθηκε και το προσωπικό τους κοινωνικο-οικονομικό στάτους, η πολιτική τους καριέρα καθώς και οι διαφορετικές,  εκτιμήσεις για την πολιτική τακτική, που κάποτε επενδύονταν με ιδεολογικά στοιχεία.
      Δεν είναι περίεργο να εξηγηθεί μέσα στα πλαίσια του χαλαρού συνδέσμου  ομάδων και προσώπων, που ήταν το Ριζοσπαστικό κόμμα, όχι μόνο η μέγιστη και γνωστή αντίθεση ανάμεσα στους "Αληθείς" Ριζοσπάστες (Ιωσήφ Μομφεράτος, Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος) με τον Κωνσταντίνο Λομβάρδο και τους όψιμους Κερκυραίους Ριζοσπάστες, αλλά και δευτερεύουσες αντιθέσεις μέσα στους "Αληθείς", όταν οι πιο πολλοί διαφώνησαν με τον Ρεπουμπλικανισμό του Μομφεράτου.
     Στη δημόσια ιστορία, όλοι οι Ριζοσπάστες, χωρίς διαφοροποίηση, χαρακτηρίζονται ως οι πρωταγωνιστές/ εκφραστές της πάνδημης βούλησης του Επτανησιακού λαού για την Ένωση με την Ελλάδα. Και όλοι οι «Αληθείς» αυτοί που προέβαλαν τα αστικά δημοκρατικά αιτήματα, όπως π.χ. το γενικό δικαίωμα της ψήφου.  Όσον αφορά τις κοινωνικο-οικονομικές απόψεις, η προβολή της «ισότητας της ιδιοκτησίας»  σε σχέση με το αγροτικό ζήτημα και τους αγρολήπτες (γεωργοί που καλλιεργούν μισθωμένο κτήμα και καταβάλλουν ως ενοίκιο ορισμένο ποσοστό της παραγωγής – η μόνη εν δυνάμει ανατρεπτική δύναμη στον Επτανησιακό χώρο) ήταν περιορισμένη, γενική και αόριστη, ενώ το εργατικό ζήτημα ήταν ακόμη ανύπαρκτο. Παρ' όλα αυτά, όχι μόνο οι αντίπαλοί τους αλλά και ο μετριοπαθής Ριζοσπάστης Κωνσταντίνος Λομβάρδος κατηγορεί τους «Αληθείς» για «κοινωνισμό» (κομμουνισμό) – μια κατηγορία που εύκολα αποδίδουν και οι Κερκυραίοι κτηματίες στους αγροτιστές μετά την Ένωση. Τα κοινωνικο-οικονομικά όρια των Ριζοσπαστών πρέπει να αναζητηθούν, εκτός από την έλλειψη κάποιου  ανατρεπτικού κοινωνικού υποκειμένου, στο ότι οι ίδιοι ήταν αστοί και οι περισσότεροι κτηματίες, ενώ οι ψηφοφόροι τους ήταν αστοί και εύποροι αγρότες, αφού μόνο αυτοί είχαν δικαίωμα ψήφου. 
     Αξίζει να επισημανθεί ότι καταχρηστικά δίνεται ο χαρακτηρισμός του Ριζοσπάστη σε άτομα που δεν ούτε υπήρξαν ούτε αυτοπροσδιορίζονταν έτσι, όπως για τους Κερκυραίους Στέφανο Παδοβά και Σωκράτη Κουρή.  Και αυτό οφείλεται στη σύγχυση των όρων Ριζοσπάστης και Ενωτικός. Η αλήθεια είναι ότι στο θέμα της Ένωσης, ιδίως όταν έγιναν γνωστές οι προθέσεις της Αγγλίας για παραχώρηση των Επτανήσων στην Ελλάδα, οι μετριοπαθείς Ριζοσπάστες και οι Ενωτικοί Μεταρρυθμιστές συνέκλιναν πολιτικά.
     Οι Κερκυραίοι θεωρούμενοι ως Ριζοσπάστες (το ίδιο ισχύει και για κάποιους στα άλλα νησιά) διαμορφώθηκαν ως απλώς Ενωτικοί, με καθυστέρηση σε σχέση με την Κεφαλονιά  (με μοναδική εξαίρεση το Χριστόδουλο Ποφάντη), και στην ουσία ήταν Μεταρρυθμιστές, παρασυρμένοι από τη λαϊκή έξαρση του Ενωτισμού. Σε αντίθεση με την Κεφαλονιά, όπου ένα πολύ σημαντικό μέρος των νέων επιστημόνων συνέκλινε πολύ ενωρίς στο κίνημα του Ριζοσπαστισμού, στην Κέρκυρα, η μεγάλη πλειονότητά τους στήριξε το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα (Πέτρος Βράιλας-Αρμένης, Στέφανος Παδοβάς, Σωκράτης Κουρής, Ναπολέων Ζαμπέλης). Έτσι ενώ στην Κεφαλονιά έχουμε το «Δημοτικό Κατάστημα», στην Κέρκυρα, παρά κάποιες εθνικές  συμβολικές εκδηλώσεις, οι Μεταρρυθμιστές έλεγχαν τα πνευματικά ιδρύματα όπως την Αναγνωστική Εταιρεία και την Φιλαρμονική. Η πόλη της Κέρκυρας είχε  ένα ιδιαίτερο συμφέρον για τη διατήρηση της Βρετανικής Προστασίας: ως πρωτεύουσα του Ιονίου Κράτους είχε ένα σημαντικό αριθμό ανώτερων και μεσαίων καλοπληρωμένων υπαλλήλων (συγκριτικά με τις αμοιβές στην Ελλάδα) και ένα μεγαλύτερο πλήθος από κατώτερους υπαλλήλους. Η έδρα της διοίκησης, οι μεγάλες Βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις και η επιλογή της ως λιμάνι transit του Αγγλικού εμπορίου δημιουργούσαν πολλές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα (έμποροι, προμηθευτές, επαγγελματίες, εργάτες), ενώ η πλειονότητα των δημοσίων δαπανών κατευθυνόταν στην Κέρκυρα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε λαϊκό ρεύμα υπέρ της Ένωσης. Το ρεύμα αυτό, εντεινόμενο σταδιακά, παρέσυρε και τους ντόπιους πολιτικούς – όχι αναγκαία με την έννοια του καιροσκοπισμού, αλλά με την έννοια της συμμετοχής σε μια σαφώς πλειοψηφική συλλογική πολιτική αντίληψη. 
    
Γιατί όχι Ριζοσπαστισμός μετά την Ένωση;
     Με την πραγματοποίηση της Ένωσης, ο κύριος στόχος των Ριζοσπαστών, ή μάλλον ο αποκλειστικός στόχος των μετριοπαθών Ριζοσπαστών και των Ενωτικών, πρώην Μεταρρυθμιστών, δεν υπήρχε πια. Άλλωστε η επίσημη Ελληνική εθνική ιδεολογία, όπως αυτή σταδιακά διαμορφώθηκε, κάλυπτε σε μεγάλο βαθμό τα Ριζοσπαστικά αιτήματα της εθνικής αποκατάστασης και αποτελούσε κοινό πολιτικό τόπο όλων των πολιτικών δυνάμεων – αν και οι πολιτικές και διπλωματικές πρακτικές της χώρας δεν ήταν συνήθως συνεπείς. Το νέο πολιτικό πεδίο, μέσα στο διαφορετικό πολιτειακό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο δεν επέτρεψε να προκύψει κάτι που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως συνέχεια του Ριζοσπαστικού κινήματος.
     Δεν είναι τυχαίο πως το 1865 ο Στέφανος Παδοβάς και ο Σωκράτης Κουρής εκ-λέχτηκαν βουλευτές της πόλης της Κέρκυρας με το λεγόμενο συντηρητικό κόμμα, σε μια εποχή που η πολιτική ζωή της Κέρκυρας περιστρεφόταν γύρω από το αγροτικό ζήτημα και μάλιστα πριν η ντόπια πολιτική ζωή αφομοιωθεί στη γενικότερη πολιτική δομή της Ελλάδας και συμμετάσχει αρμονικά στο δικομματισμό Τρικουπικών/ Δηλιγιαννικών της περιόδου 1880-1909. Ο Ιάκωβος Πολυλάς, απών ακόμη και από τον όψιμο Ενωτικό αγώνα των Κερκυραίων Μεταρρυθμιστών, υιοθετεί τον πιο αδιάλλακτο πατριωτισμό της εθνικής ολοκλήρωσης, ενώ στο κοινωνικό πεδίο μόνο οι αγροτιστές της Κέρκυρας, με τον Πολυχρόνη Κωνσταντά, σηκώνουν για κάποιο διάστημα τη σημαία των κοινωνικών αγώνων, που θεωρητικά υποστήριζαν οι πρώτοι Ριζοσπάστες.    
     Στην Κεφαλονιά κάποιοι πρωταγωνιστές του Ριζοσπαστισμού, όπως ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος, ήταν δυσαρεστημένοι με το συμβιβασμό, που κατ' αυτούς εγκατέστησε τον Άγγλο Αρμοστή στην Αθήνα, θάβοντας το όνειρο της γενικής εθνικής αποκατάστασης. Διαλλακτικότεροι όμως στην εκτίμησή τους ο Γεράσιμος Λειβαδάς και ο Γεώργιος Τυπάλδος-Ιακωβάτος προτείνονται και εκλέγονται ως πληρεξούσιοι Κεφαλονιάς στη Β΄ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων, συμμετέχοντας με τις προοδευτικές τους πολιτειακές και κοινωνικές απόψεις στη διαμόρφωση και ψήφιση του νέου συντάγματος. Δεν είναι τυχαίο πως το μεγαλύτερο μέρος των Ριζοσπαστών, επώνυμων και ανώνυμων, σταδιακά συσπειρώθηκε στο κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη, το οποίο   εξέφραζε (αν και σχετικά συντηρητικά ή μάλλον ταξικά) τις απόψεις των αστών για την οργάνωση της κοινωνίας και της οικονομίας. 
     Στη Ζάκυνθο, μετά την Ένωση, κυριαρχεί η μορφή του Κωνσταντίνου Λομβάρδου, που με μια γενικόλογη ριζοσπαστική ρητορεία, σχεδόν ίδια με του Ιακώβου Πολυλά, εκμεταλλεύεται την κοινωνικοοικονομική αντίθεση των αγροληπτών και την αντιπάθεια των αστών προς τους ευγενείς κτηματίες. Εντάσσεται και ο Λομβάρδος ως αστός εκσυγχρονιστής στο Τρικουπικό κόμμα, αντίπαλο στη Ζάκυνθο των συντηρητικών κτηματιών, οι οποίοι προσεγγίζουν το Δηληγιάννη.
     Αν υπάρχει κάτι που να προέρχεται από την καθαρή Ριζοσπαστική ιδεολογία και να ενεργοποιείται στις νέες συνθήκες, όταν αρχίζει να εμφανίζεται το εργατικό κίνημα, αυτό είναι ο Κεφαλλονίτης Παναγιώτης Πανάς και ο Ιθακήσιος Πλάτων Δρακούλης.
     Πάντως ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός, δημιούργημα της εποχής του, καθώς και οι όποιες συνέχειές του, απαιτούν ακόμη σημαντική ερευνητική δουλειά για να ξεπεραστούν τα στερεότυπα που μας ταλαιπωρούν επί εκατόν πενήντα χρόνια.   

Φώντας Βλάχος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.