Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

2δ. Ερωτ. Μωραΐτης: Ανθρωπιστική Παιδεία και Πολιτικός Διάλογος


      Εάν σκεφτούμε την λακανική φόρμουλα 1+1=3, στη οποία εκλείπει αυτό το «α» (της εξίσωσης 1+1+α=3), ίσως πρέπει να αναλογιστούμε τι λείπει από τον σημερινό διάλογο-σύγκρουση μεταξύ ενός διαφωτισμού της τεχνο-επιστήμης και των διαφόρων φονταμενταλισμών. (Σύμφωνα με τον Λακάν, μπροστά μας εμφανίζεται ως κυρίαρχη η ψευδο-αντίθεση δύο αντιπάλων, ενώ o τρίτος, ο κρίσιμος αντίπαλος, αυτό το «α», μένει αποσιωπημένος.)

      Εάν οι προφητείες για τις μεγάλες καταστροφές, που αναγγέλλονται κατά καιρούς  στις αρχές της νέας μας χιλιετίας, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η πλήρης κοινωνική αποσάθρωση, η οικονομική κρίση σε πλανητικό επίπεδο, η λεγομένη ανατολή της νέας εποχής του μετανθρώπου, μέλλει να συμβούν, η εξαφάνιση μιας λίγο-πολύ χιλιετούς παιδείας, ή τουλάχιστον αυτής που κληροδότησε η Δύση, από τον Διαφωτισμό και μετά, είναι μια παροντική μαρτυρία. Έτσι ενώ οι λιωμένοι πάγοι δεν έχουν φτάσει ακόμη στο σπίτι μας, ή θα φτάσουν, η άλωση της παιδείας είναι ένα συντελεσμένο γεγονός: έχει πια ξεπεράσει το κρίσιμο σημείο απ’ όπου είναι αδύνατη πια η οποιαδήποτε  ανάκαμψή της. 
      Άρχισα αυτή την παρέμβαση κάπως δογματικά και αφοριστικά, αλλά θα ήθελα να εξηγηθώ ότι όντως υπάρχει λόγος γιατί συμβαίνει αυτό. Θα ήταν απαραίτητο να γίνει μια λεπτομερής ανάλυση, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της εποπτείας, τεκμηριώνοντας μια τέτοια  άποψη. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα παραδοσιακά εργαλεία αυτής της εποπτείας λείπουν ή έχουν απαξιωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αντικειμενικά η οιαδήποτε γνώμη, η οποία ριζικά υποστηρίζει μια τέτοια διαπίστωση, είναι εξ αρχής υποθηκευμένη, καταδικασμένη να αποτελεί απλά μια συναισθηματική αντίδραση ή να εκφράζει μια αόριστη δυσφορία, στη οποία λείπει η συγκεκριμένη στόχευση – που δεν είναι άλλη από την αντικειμενική διαπίστωση του γεγονότος αυτού καθ’ εαυτό.
      Το θέμα δεν είναι εάν η ανθρωπιστική γνώση εξακολουθεί να υπάρχει αλλά το γεγονός ότι υπάρχει διάσπαρτη, μακριά από τα κέντρα της λεγομένης αυθεντίας, μακριά από τον ακαδημαϊκό κόσμο, σε επίπεδο δημοσιογραφίας, μη τεκμηριωμένης γνώμης, σε επίπεδο εντυπωσιολογίας και κάθε είδους προφητικού φονταμενταλισμού. Μαζί με τους μεγάλους φιλοσόφους, εκλείπουν σιγά-σιγά και οι μεγάλοι θεωρητικοί, και οι εναπομείναντες, όπως και οι καλλιτέχνες, έχουν περιοριστεί στο ρόλο ενός περιοδεύοντος οικουμενικού θιάσου, άλλοτε διασκεδαστικού, άλλοτε κάπως παράδοξου και ανησυχητικού, αλλά στην πράξη  στερούμενοι την εγκυρότητα ότι  μπορούν να πουν κάτι το ουσιαστικό για τη εποχή μας, την πολιτική, την κοινωνική εξέλιξη ή να αναφέρονται στο επίπεδο της συλλογικότητας.
      Το θέμα που πραγματεύομαι εδώ λοιπόν δεν είναι τόσο η καταστροφή της ανθρωπιστικής παιδείας, η  οποία εξακολουθεί να υπάρχει και μάλιστα σε εντατικότατους σπασμωδικούς και φορτισμένους συναισθηματικά ρυθμούς, αλλά η απουσία εποπτείας της. Αυτή η κατάταξη της ανθρωπιστικής παιδείας σε συναισθηματικά φορτισμένους χώρους, ένα είδος νοσταλγίας για το ανθρώπινο, αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην καθ’ εαυτό εποπτεία, η οποία μπορεί να χαρακτηρίζει την εξέλιξη του οικουμενικού φιλελευθερισμού.
      Από τη μια πλευρά μόνο οι στενά επαληθεύσιμες, αλλά και προβλέψιμες, εικασίες έχουν κύρος, κι από την άλλη φουντώνουν, ως αντίδραση, οι μισαλλοδοξίες νέων μυστικισμών και ενστικτωδών προτάσεων. Μια πόλωση η οποία μπορεί να βλάψει και τη ίδια την λεγόμενη καθαρή επιστήμη, καθώς αυτή, κατά την διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της, δεν έδρασε ποτέ αυτόνομα αλλά εντός ενός ευρύτερου πολιτιστικού παραδείγματος. Κι αυτό είναι μια αλήθεια εάν ανατρέξουμε στη αρχαιότητα, όπου η ποιοτική αναβάθμιση του πνεύματος συνεπικουρείται από την δημιουργία ενός επαρκούς μαθηματικού στοχασμού ταυτόχρονα με τα μεγάλα έργα της Αττικής τραγωδίας.
      Ο Πλάτων ήταν μαθηματικός. Ο Πυθαγόρας, ο Ευκλείδης και ο Σοφοκλής αναδυθήκαν από την ίδια πολιτιστική μήτρα. Στον μοντέρνο άνθρωπο, εξ άλλου, η φιλοσοφία του Καντ δεν είναι άλλο από μια απάντηση στην μαθηματικοποίηση του χώρου από τον Νεύτωνα.
      Δεν θέλω να νομισθεί ότι οι κλάδοι του επιστητού δεν πρέπει να διατηρούν την αυτονομία τους, αλλά η ανισορροπία ανάμεσα τους δηλώνει μια κρίση του ιδίου του πολιτιστικού παραδείγματος εντός του οποίου δρουν, συμπλέουν, ίσως αντιπαλεύουν και συναγωνίζονται. Η έλλειψη διαλόγου  ανάμεσα  στις διάφορες εποπτείες με την επικράτηση του απόλυτα μετρήσιμου και εμπειρικά επαληθεύσιμου έχει το αντίστοιχο της, σε κοινωνικό επίπεδο, στην έλλειψη πολιτικού διαλόγου. Από τη στιγμή που η επιστήμη θα περιορίζεται μόνο στο έλεγχο της ζωής και θα δημιουργεί καθολικά πρότυπα λογικής και αναντίρρητης συμπεριφοράς, ελάχιστα μένουν να αναπτυχθούν στον χώρο της πολιτικής δράσης και της δημιουργίας. 
      Θυμάμαι κάποιο παλιό φίλο, φυσικό επιστήμονα, που μου έλεγε με κάποια μελαγχολία «η ζωή ελάχιστα ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο», στο οποίο απάντησα σχεδόν ενστικτωδώς: «ναι αλλά ο άνθρωπος πρέπει να ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο», παραπέμποντας ίσως στον Ντοστογιέφσκι.
      Δεν είναι σωστό να αμφισβητεί κανείς τα πορίσματα της επιστήμης της φύσης ή ακόμη και της επιστήμης της φύσης του ανθρώπου, ως φυσικού όντος, και την συνειδητοποίηση ότι γνωρίζοντάς την γινόμαστε ικανοί να κατανοούμε τα όριά του και το περιβάλλον στο οποίο αναγκαστικά δρα. Το πρόβλημα είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλά ένα φυσικό ον, τουλάχιστον στην παρουσία του ως έλλογης οντότητας κατά τις τελευταίες δώδεκα χιλιετίες, αλλά πολιτικό ον, όπως το είδε ο Αριστοτέλης, ικανό να δημιουργεί πολιτισμούς. Η τεχνική είναι μία αναντίρρητη και αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργία τους, όχι όμως και ικανή. Οι πολιτισμοί είναι φαινόμενα πολύ διαφορετικά από τα φυσικά φαινόμενα για τα οποία θα επαρκούσε η απλή εποπτεία της πειραματικής επαλήθευσης.
      Ο άνθρωπος στην εκδοχή της πολιτικής-πολιτισμικής του δράσης δημιουργεί ασυνέχειες στη φύση, κι αυτό είναι το αιώνιο πρόβλημα ανάμεσα στην ανάγκη και την ελευθερία, ένα διαρκές εκκρεμές, χωρίς σταματημό ή εύκολη λύση. Δεν πιστεύω ότι αυτή η ένταση θα παύσει να υπάρχει. Αλλά σε ένα πολιτιστικό παράδειγμα σε κρίση, η ένταση μπορεί να πολωθεί, να οξυνθεί και να οδηγήσει σε μια ακραία αποσάθρωση της εποπτείας του επιστητού και στη κυριαρχία νέων φονταμενταλιστών, είτε τεχνοκρατικού είτε θρησκευτικού τύπου. 
      Ο ήρωας του μεγάλου μυθιστορήματος του Μουζίλ Ο Άνθρωπος χωρίς Ποιότητες, ο Ούρλιχ, είχε προτείνει ότι για την σωτηρία  της Δικέφαλης Αυτοκρατορίας (της Αυστροουγγαρίας) χρειάζονταν δυο υπουργεία: Το Υπουργείο της Λογικής και το Υπουργείο της Ψυχής κι ότι χωρίς αυτή τη διπλή εποπτεία δεν θα έπρεπε να περιμένουμε ένα βιώσιμο πολιτικό κοινωνικό μόρφωμα.
      Κάπως πολύ απλά θα πείτε. Κι επειδή, όπως είπα, η γνώμη αυτή σήμερα στερείται εποπτείας, είναι καταδικασμένη να φυτοζωεί ω ηλιθιότητα. Από τη στιγμή που ο Πλάτων και ο Έγελος, ο Δάντης και ο Σαίξπηρ δεν έχουν χώρο να γονιμοποιήσουν μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα τις ιεραρχίες της γνώσης, ο ίδιος ο πολιτικός διάλογος ατονεί στην εφαρμογή αναντίρρητων διατάξεων και στην διαχείριση μιας απόλυτα «κλειστής πραγματικότητας». Κι από τη άλλη, μια ολοένα και περισσότερο ανήσυχη και ανεξέλικτη ανθρωπιστική και θρησκευτική δογματικότητα σφύζει σπασμωδικά στο περιθώριο.
Ερωτόκριτος Μωραΐτης

* Ο Ερωτόκριτος Μωραΐτης είναι Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.